Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

hardened criminal


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο hardened παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: criminal
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: hardened, harden

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hardened adjfigurative (criminal: habitual) (επίσημο)καθ'εξιν επίρ
 (επίσημο)υπότροπος επίθ
 (πιο γενικό)στυγνός επίθ
 Hardened convicts sometimes find it hard to return to life outside prison.
hardened adjfigurative (person: desensitized) (μεταφορικά)που έχει σκληρύνει περίφρ
 Her heart was hardened against us and she never wrote again.
hardened adj(material: tempered, made hard) (επιφάνεια, υλικό)σκληρυμένος μτχ πρκ
 Hardened steel is excellent for knife blades.
hardened adj(substance: solidified)σκληρυμένος μτχ πρκ
Σχόλιο: μετοχή παθητικού παρακειμένου
 The concrete is not fully hardened for three days.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
harden vi(become hard)σκληραίνω ρ αμ
 The lava hardened into rock as it cooled.
harden [sth] vtr(make hard)σκληραίνω ρ μ
 The smith hardened the steel by adding carbon.
harden [sb] vtrfigurative (desensitize) (μεταφορικά)σκληραίνω ρ μ
  σκληραγωγώ ρ μ
 The sergeant had to work hard to harden the new recruits.
harden [sb] to [sth] vtrfigurative (desensitize to [sth](μεταφορικά)κάνω κπ να πάθει ανοσία σε κτ περίφρ
 Working as a paramedic for thirty years didn't harden Josh to witnessing pain and death.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
harden vifigurative (become desensitized) (μεταφορικά)σκληραίνω ρ αμ
 After countless rejections Rick began to harden over the years.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
hardened | harden
ΑγγλικάΕλληνικά
battle-hardened adj(having war experience)σκληροτράχηλος επίθ
  που έχει εμπειρία στον πόλεμο περίφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση hardened criminal στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «hardened criminal».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!